- τάραγμα
- το, -ατος1. ανατάραξη, διατάραξη, ανακάτωμα.2. ψυχική ταραχή: Τον έπιασε τάραγμα σαν τ' άκουσε.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
τάραγμα — disquietude neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τάραγμα — το, ΝΑ, και τάραμα Ν [ταράσσω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ταράζω, ψυχική αναστάτωση, ταραχή (α. «όταν άκουσε τα νέα μου τόν έπιασε τάραγμα» β. «ἐν κλύδωνι καὶ φρενῶν ταράγματι πέπτωκα δεινῷ», Ευρ.) νεοελλ. 1. ανακίνηση, ανακάτεμα 2.… … Dictionary of Greek
ταράγματι — τάραγμα disquietude neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ταράγματος — τάραγμα disquietude neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τάραμα — το, Ν βλ. τάραγμα … Dictionary of Greek
Γιοφύλλης, Φώτος — (Κέρκυρα 1887 – Αθήνα 1981). Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του ποιητή και δημοσιογράφου Σπύρου Μουσούρη. Παράλληλα με τις γυμνασιακές του σπουδές φοίτησε στη σχολή ζωγραφικής και γλυπτικής της Κέρκυρας. Αργότερα, παρακολούθησε μαθήματα στη φιλοσοφική και … Dictionary of Greek
ταραγμός — ο τάραγμα (βλ. λ.) … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)